Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

ερημιά

Ξεβράστηκα χρόνια πριν στην έρημη ακτή.

Από την πρώτη στιγμή ήξερα πως θα ήταν για πάντα.

Ήξερα ακόμη πως η ακτή ήταν έρημη και πως πάντα θα ήταν.

Ήμουνα πεθαμένη, όμως όλα τ' άκουγα και όλα τά 'βλεπα. Μονάχα δεν μπορούσα να κουνήσω, μα ούτε και να κλείσω τα μάτια και τ' αυτιά μου.

Άσπρα βότσαλα ολοστρόγγυλα και γκρίζα βράχια, κι οι κραυγές των γλάρων ανάκατες με τον παφλασμό των κυμάτων. Ίδια όπως πάντα, μέρα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα.

Ίσως και να 'βρεξε καμιά φορά, ίσως κι όχι. Οι μέρες είναι πάντα γκρίζες, ακόμη και στην πιο καυτή λιακάδα. Το φως του ήλιου με πληγώνει.

Πώς πνίγηκα δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο την ακτή, τα βότσαλα, τα βράχια. Κι ο χρόνος να σταλάζει.

Με τον καιρό οι σάρκες μου ξεπλύθηκαν, έπεσαν από πάνω μου, άχρηστο ρούχο. Τώρα τα κόκαλά μου ασπρίζουν πάνω στα βότσαλα.

Κι ακόμα βλέπω, κι ακούω.

Κι η ακτή πάντα έρημη.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

πίστη

Το χειρότερο με αυτήν την ιστορία δεν είναι ότι πληγώθηκα, δεν είναι ότι σε έχασα, δεν είναι ότι έχασα την ευκαιρία να κάνω ένα παιδί, δεν είναι ότι μεταμορφώθηκα σε τέρας ζήλειας, φθόνου και μίσους.

Το χειρότερο είναι ότι έχασα την πίστη μου.

Την πίστη στον έρωτα.

Απίστευτη μαλακία.

Κάπως έτσι πρέπει να νιώθουν οι θρήσκοι που χάνουν την πίστη τους στο θεό.

Όχι δηλαδή ότι έχει καμιά σχέση, ο έρωτας με το θεό, θέλω να πω, ούτε η θρησκευτική πίστη με την πίστη στον έρωτα, για μένα προσωπικά δηλαδή, για άλλους ίσως να έχει.

Όταν έπαψα να πιστεύω στο θεό, ήταν λυτρωτικό, ανανεωτικό. Ήταν ένα βήμα προς τα μπρος, προς τα πάνω, ένα βήμα προς την ωριμότητα, προς την αυτάρκεια, προς τη δύναμη. Η θρησκευτική μου πίστη ήταν παιδιάστικη κι αργότερα εφηβική, απόρροια της εμπιστοσύνης σε γονείς και αγαπημένους ανθρώπους που πίστευαν. Η αμφισβήτηση ήρθε φυσικά, σαν μια υγιής φάση της ανάπτυξης, της πορείας προς την ενηλικίωση.

Αλλά αυτό!

Αυτό ήταν η αληθινή απώλεια μιας αληθινής πίστης - υπέρλογης, παράλογης, άλογης.

Γιατί ήταν η δική μου πίστη, η ενδόμυχη, η βαθιά, η μυστική - η μία και μοναδική αληθινή μου πίστη.

Και χάθηκε για πάντα.

Και πώς θα ζήσω τώρα;

Πώς θα ονειρευτώ ξανά;

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

σκουπιδότοπος

Έλεγα πως, με τον καιρό, το κενό ίσως θα γέμιζε με κάτι όμορφο,

ας πούμε με χώμα όπου θα μπορούσαν να φυτρώσουν λουλούδια και χορτάρι, από τους σπόρους που θα έφερνε ο άνεμος,

ή με πολύχρωμα κουρέλια που θα σχημάτιζαν ένα παρδαλό ριχτάρι,

ή με κομμάτια μνήμης που θα συνέθεταν ένα νοσταλγικό κολάζ.


Το άφησα κενό, απείραχτο, αφρόντιστο.


Και ο άνεμος αντί για σπόρους έφερε σκουπίδια και σκόνη, σκουριασμένες αναμνήσεις και σαπισμένα όνειρα, τρίμματα ελπίδας και ροκανίδια ματαιοδοξίας.

Και η τρύπα γέμισε με μπάζα και απορρίμματα.

Κι έγινα αυτό που είμαι τώρα.

Σκουπιδότοπος.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

σκόνη

Σήμερα η κόρη μου με ρώτησε τι είναι η σκόνη.

- Βλέπεις όλα τα πράγματα γύρω μας;, της είπα. Τα έπιπλα, τα χαλιά, τα ρούχα, τα βιβλία, τα τρόφιμα... Όλα αυτά τρίβονται σιγά σιγά και γίνονται σκόνη. Κι εμείς οι ίδιοι, της είπα. Το δέρμα μας αλλάζει συνέχεια. Τα νεκρά κύτταρα πέφτουν, διαλύονται και γίνονται σκόνη. Οι τρίχες, τα νύχια, τα πετσάκια των χειλιών... Όλα γίνονται σκόνη.

Παρέλειψα να της πω ότι μια μέρα ολόκληρο το σώμα μας γίνεται σκόνη.

Dust to dust.

- Έλα, της είπα, πιάσε το ξεσκονόπανο τώρα.

Και συνεχίσαμε το καθάρισμα.